Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Προς ολιγόμυαλους, κενούς και ματαιόσπουδους

Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου

«Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα.» Τα λόγια αυτά μπορεί να τα ακούς σαράντα χρόνια στην Εκκλησία, κάθε Κυριακή και παρόλο που καταλαβαίνεις ακριβώς το νόημά τους, γιατί έλαβες ανώτατη μόρφωση, να μην σου λένε τίποτα. Ενώ κάποιος άλλος, αν και ολιγογράμματος, νιώθει από την πρώτη στιγμή μέσα στην καρδιά του όλο τους το βάθος, χωρίς να γνωρίζει την απόδοσή τους στη δημοτική.

Το ίδιο συμβαίνει στην ποίηση. Κάποιος γνωρίζει τους στίχους λέξη προς λέξη, συλλαμβάνει το νόημά τους, αλλά δεν νιώθει τίποτε. Και κάποιος άλλος πιάνει μόνο μερικές λέξεις και με τα συμφραζόμενα μπαίνει στο βάθος του ποιήματος και του αρέσει να το διαβάζει ξανά και ξανά, σημάδι ότι το αγαπάει και δεν κουράζεται να το ακούει.

Είχε κάνει μόνο 18 εκτρώσεις…

Ζούσε κάποτε στο Λένινγκραντ μία γυναίκα μαζί με τον άνδρα της. Και αυτή και εκείνος ήταν γιατροί. Τον καιρό του πολέμου ήταν μαζί στο μέτωπο. Ο άνδρας της ήθελε πάρα πολύ να έχει παιδιά, εκείνη όμως δεν ήθελε. Είχε κάνει 18 εκτρώσεις. Τελικά ο άνδρας της την άφησε και βρήκε άλλη γυναίκα.

Όταν αυτή γύρισε μετά τον πόλεμο στο Λένινγκραντ δεν μπόρεσε να βρει δουλειά. Δεν είχε ούτε σπίτι πού να μείνει, γιατί αυτό το σπίτι πού έμενε παλιά ήταν του άνδρα της. Κυριολεκτικά βρέθηκε στο δρόμο. Ήταν μέλος του κομουνιστικού κόμματος και απευθυνόταν σε διάφορους οργανισμούς αλλά κανείς πουθενά δεν την βοήθησε. Απελπίστηκε τόσο πολύ πού σκέφτηκε να αυτοκτονήσει.

Μία μέρα, ενώ περπατούσε στο δρόμο, συνάντησε μία φίλη της πού την είχε γνωρίσει τον καιρό του πολέμου. Εκείνη άρχισε να την ρωτά για την ζωή της και όταν έμαθε τα προβλήματά της της είπε, ότι στην Βίριτσα ζει ένας γέρος πού βοηθάει πολλούς ανθρώπους και προβλέπει το μέλλον.

Η παρακμή των ερωτήσεων

Διανύουμε μια ιστορική περίοδο που περιγράφεται με τον επιστημονικώς αποδεκτό όρο παρακμή. Κοινωνίες, έθνη, κράτη, απ' όποια οργανωμένη μορφή συμβίωσης κι αν το εξετάσει κανείς, αναδύουν μια μορφή σύγχρονης παρακμής, που όμοιά της, σε παγκοσμιοποιημένη μορφή, δεν έχει ζήσει ο πλανήτης Γη. Είναι βέβαιο ότι την Ιστορία τη γράφουν οι λαοί και συχνά τη συγγράφουν οι δυνάστες τους. Οχι, όμως, οριστικά κι αμετάκλητα.

Το τεχνολογικό εξελικτικό προτσές δεν είναι και δε θα μπορούσε να είναι αντίδοτο στην παρακμή, είτε αυτό καθαυτό ωστικό κύμα προόδου, όσο δεν ελέγχεται πολιτικά και σε λαϊκή, μάλιστα, βάση. Οι αεροφιλοσοφίες περί διαδικτυακής «επανάστασης» γίνονται με το αζημίωτο από προχειρολόγους που δεν μελέτησαν και δεν διδάχτηκαν από την τροπή που πήρε ο κόσμος ως πολιτισμός μετά τον Γουτεμβέργιο.

Στην άκρη …της άκρης!

[...] Είμαστε μια εποχή που την κατασκευάζει με τη μαύρη φτερούγα του ο βίαιος θάνατος. Από την επαφή μας όχι μόνο με το θέατρο, αλλά και με άλλες μορφές της σύγχρονης τέχνης βγαίνουμε δυστυχισμένοι, όχι λυτρωμένοι. Δεν πρόκειται για το φόβο και τον έλεο της αρχαίας τραγωδίας. Πρόκειται για μια συνείδηση αηδίας, διέγερσης ή εξέγερσης, ανάλογα με την ιδιοσυστασία του καθενός. Πομποί και δέκτες συναγωνίζονται στην αθλιότητα της κοπροφαγίας. Ο Ιώβ έχει γίνει ένα από τα σύμβολά μας, εξελκωμένος και κατακείμενος στο σωρό της κοπριάς. Αλλά μήτε ο πομπός μήτε ο δέκτης είναι οι φταίχτες. Ένας κόσμος που ζει πανικόβλητος και που δεν βρίσκει άλλη διέξοδο από την κραιπάλη. Ένας κόσμος που αναπνέει καυσαέρια και νιώθει, κατ’ αναπόδραστη ανάγκη, τα καυσαέρια να καταδυναστεύουν όχι μόνο το κορμί, αλλά και την ψυχή και το νου του. Ένας κόσμος, τέλος, αιχμάλωτος της εμπορικής και της βιομηχανικής διαφήμισης, που πρέπει, με μια συστηματική πλύση εγκεφάλου, να κυκλοφορήσει τα προϊόντα της (κ’ έχουν γίνει προϊόντα της και τα ιερότατα, όχι μόνο τα είδη που ευκολύνουν τη διαβίωση ή αναφέρονται, γενικότερα, στην καθημερινή χρήση) είναι ένας κόσμος διαλυμένος.

Άϊ Σπικ Χελένικος

Τύχη βουνό για την Άννα Διαμαντοπούλου. Τράκαρε μετωπικά με την ελληνική γλώσσα και γλίτωσε δίχως γρατσουνιά!

Οι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες καταξιώνονται όταν κατορθώνουν είτε να εντάξουν κάποιο νεολογισμό στην καθομιλουμένη είτε να καταστήσουν “μοδάτη” μια ήδη υπάρχουσα λέξη ή φράση. Ο Ανδρέας Παπανδρέου τα κατάφερε μια χαρά με το “κατεστημένο” (μετάφραση του αγγλικού establishment), την “αναδόμηση” και -πάνω απ' όλα- την “Αλλαγή”. Δυστυχώς, όπως μάθαμε το 1989, με χαρακτηριστική καθυστέρηση, η άσπιλος “Αλλαγή” είχε δώσει μεν ραντεβού με την Ιστορία αλλά την έστησε και πήγε να συναντήσει τις πάνες-βρακάκια Πάμπερς. Από τότε έγινε συνώνυμο των γνωστών οζόντων περιεχομένων των Πάμπερς έπειτα από τις γενναίες χρήσεις των αδηφάγων κι αεικίνητων βρεφών.

Η CIA πίσω από το Facebook

Επίσημες δηλώσεις επιβεβαιώνουν αυτό που υποψιάζονταν πολλοί. Το Facebook δεν είναι τίποτε άλλο από ένα πείραμα της CIA και μάλιστα πείραμα το οποίο πήγε πολύ καλύτερα απ'ότι οι ίδιοι περίμεναν. Τα εύσημα, σύμφωνα με τον διευθυντή της CIA, ανήκουν στον Mark Zuckerberg, ο οποίος στην CIA είναι γνωστός με την κωδική ονομασία "The Overlord" (Ο Επικυρίαρχος).

Ο διευθυντής της CIA, αφού έδωσε συγχαρητήρια στον Mark Zuckerberg δήλωσε τα εξής στην συνεδρίαση του Κονγκρέσου για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του πειράματος:

Το πάρτυ της σπατάλης συνεχίζεται...

Στο 10,6% έκλεισε το έλλειμμα του 2010 , τρεις μονάδες πάνω από τον αρχικό στόχο του μνημονίου. Έτσι τώρα η κυβέρνηση πρέπει να πάρει μέτρα πάνω από 2,5 δις ευρώ μόνο λόγω του εκτροχιασμού του προϋπολογισμού.
Παρά την ύπαρξη του μνημονίου ,παρά τις διαβεβαιώσεις Παπανδρέου ότι «νοικοκυρεύει» την χώρα, συγκεκριμένες υπηρεσίες και εταιρείες του Δημοσίου συνεχίζουν ανενόχλητες τις σπατάλες. Ενδεικτικό είναι το σημερινό πρωτοσέλιδο από το «Έθνος».

Νεράιδες, νεραϊδοχτυπημένα, και άλλα ζωύφια

Όποτε βαριέμαι να γράψω, μπαίνω για 5 δευτερόλεπτα στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Κλιματικής Αλλαγής και μου …περνάει!

Οι δράσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής οφείλουν να εμπεριέχουν μία αλλαγή του υφιστάμενου αναπτυξιακού μοντέλου, προς την κατεύθυνση μιας βιώσιμης, πράσινης οικονομίας χαμηλών ή και μηδενικών εκπομπών άνθρακα με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας. Η ανάπτυξη του μοντέλου αυτού θα πρέπει να στηριχθεί στον οριζόντιο συντονισμό των πολιτικών μετριασμού αλλά και προσαρμογής, στους τομείς της ενέργειας, της βιομηχανίας, της γεωργικής παραγωγής και σε πολλούς άλλους. Το κόστος του περιορισμού των εκπομπών και της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή μπορεί να φαίνεται αρχικά υψηλό, αλλά είναι πολύ χαμηλό σε σύγκριση με το κόστος που θα αναγκαστούμε να καταβάλουμε λόγω απραξίας.