Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Διάλειμμα...

Οι προδότες-δωσίλογοι που μας κυβερνούν, θα ήθελαν πολύ να απελπιστούμε και να σταματήσουμε να αντιδρούμε, ώστε να επιτελέσουν την καταστροφή πατρίδας και λαού ανενόχλητοι.

Θα ήθελαν πολύ να μας αφαιρέσουν καθε διάθεση χαράς, και κάθε δυνατότητα απόλαυσης,
..ώστε νύχτα-μέρα να στροβιλιζόμαστε εμείς και οι σκέψεις μας στον καταθλιπτικό χορό των χρεών, της ανεργίας, των κατασχέσεων, της φτώχειας, της μιζέριας.
Θα ήθελαν πολύ να μας δουν στον φαύλο κύκλο απελπισίας-παράδοσης-αποδοχής της μοίρας μας ως "μονόδρομο", όπως τους αρέσει η έκφραση,
..ενώ ξέρουν πολύ καλά πως ο μόνος μονόδρομος είναι της προδοσίας και της παλιανθρωπιάς που βαδίζουν αυτοί.

Φαρδιού, πλατιού, παχιού κολιού

Οποιος διαβάζει σχολικά βιβλία πείθεται για την ανάγκη τής κατ' οίκον εκπαίδευσης. Κάθε σπίτι να γίνει κρυφό σχολειό.

Και εκεί που λέγαμε ότι με τον Σημίτη, τον ΓΑΠ και τον Τσακαλώτο έχουμε εξαντλήσει τις ευκαιρίες να ξεχάσουμε όσα ελληνικά ξέρουμε, η δημόσια εκπαίδευση μας φέρνει κατακούτελα το βιβλίο Γραμματικής Ε' και ΣΤ' Δημοτικού, με απίθανους τύπους κλίσεων και επικλήσεων του δαίμονος της αγραμματοσύνης που μερικοί θέλουν να καταλάβει τα σώματα των μικρών παιδιών. Στη σελίδα 99 διαβάζουμε: «Τα νερά του βαθιού* ποταμού μεταφέρουν χώματα και ρίζες δέντρων. Η δύναμη των νερών των βαθιών ποταμών είναι τεράστια. Η Ελλάδα δεν έχει πολλούς βαθιούς ποταμούς».

«Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό»

Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος - Κιλκίς

«Οι άνθρωποι θα μείνουν πτωχοί, γιατί δεν θα ‘χουν αγάπη στα δένδρα»
Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Παραπέμπω, εν πρώτοις, σ’ ένα έξοχο κείμενο του τροπαιούχου Νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Έλεγε το 1936: «Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότερο συναίσθημα, πώς δεν είμαστε στην Ελλάδα, πώς αυτό το κατασκεύασμα, που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά, δεν είναι ο τόπος μας, αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα με μία πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό». Κι αν αυτά λέγονται λίγο πριν από το ένδοξο ΄40, όπου οι Έλληνες μπορούσαν ακόμη να «μεθύσουν» από το «αθάνατο κρασί του Εικοσιένα», τι να πούμε για το σήμερα;