Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Ο δάσκαλος του Γένους Φώτης Κόντογλου

Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος - Κιλκίς

«Όποτε καθίσω και λογαριάσω τι γερό, τι ακατάλυτο έχω στην βιβλιοθήκη μου, τι θα μπορούσα να πιάσω σε μίαν ώρα ανάγκης και να στυλωθώ, πιάνω τον Κόντογλου…»

(Γιώργος Ιωάννου)

Στις 13 Ιουλίου του 1965 κλείνει για πάντα τα μάτια του ο Φώτης Κόντογλου, ο Δάσκαλος του Γένους, ο «αρχαίος» άνθρωπος της Ανατολής. Κατά το ξόδι του, ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Χρυσόστομος, είπε μεταξύ άλλων: «Τοιούτον άνδρα προπέμπομεν σήμερον, αδελφοί, άνδρα, ο οποίος μπορεί να καταταγή, χωρίς υπερβολήν, μεταξύ των αγίων και ομολογητών της Πίστεως. Διότι οι ομολογηταί της Πίστεως αυτό ακριβώς έκαμνον, ό,τι έκαμνε και ο αείμνηστος Φώτιος. Εστάθη ευθυτενής, εστάθη γενναίος απέναντι των πολεμίων της Ορθοδόξου ημών Πίστεως και εγκατάλειψεν εις τον κόσμον αυτόν μίαν παράδοσιν, αλλά και γραπτόν λόγον, ίνα η νεωτέρα γενεά εκπαιδεύεται εις τα ελληνοχριστιανικά νάματα…».

Τα ωραία των ωραίων

Η πραγματικότητα έχει ξελαρυγγιαστεί να φωνάζει για την ποιότητα των κομμάτων κι εμείς δεν την ακούμε. Αυτό τουλάχιστον καμωνόμαστε...

Η ομορφότερη «τριπλέτα» νεοκλασικών κτιρίων στο κέντρο των Αθηνών είναι το Πανεπιστήμιο, η Ακαδημία και η Εθνική Βιβλιοθήκη. Επειδή μας κυβερνούν επί σειράν δεκαετιών άτομα που πρέπει να κουβαλάνε εντός τους άσβεστο τον έρωτα για τη νομαδική ζωή στη μακρινή Μογγολία ή στις άνυδρες ερήμους περιοχών με ακατάληπτα ονόματα, επιτρέπουν να καλύπτεται η ανοίκεια (για εκείνους) θέα των κομψών νεοκλασικών κτιρίων. Αφήνουν τους δικούς τους ανθρώπους να στήνουν γιούρτες, αντίσκηνα, πάγκους με λαθραία, καραγκιοζ-μπερντέδες και άλλες εγκαταστάσεις ενδεικτικές του πολιτισμού τους. Επίσης, επιτρέπουν (ή απροκάλυπτα ενθαρρύνουν) την αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους και τον βανδαλισμό των αγαλμάτων που βρίσκονται στους περιβάλλοντες χώρους των προαναφερθέντων κτιρίων.

Θεωρία, πράξεως επίβασις

Του Μόσχου Λαγκουβάρδου

Η σκέψη αυτή κρύβει μεγάλη υποκρισία. Είναι σαν τη σκέψη του Κουτσούμπα, επειδή δεν έχουμε υπαρκτό σοσιαλισμό δεν αγωνιζόμαστε για το κοινωνικό κράτος μέχρι ο υπαρκτός σοσιαλισμός να γίνει πραγματικότητα ή σαν τη σκέψη του λεβίτη του Ευαγγελίου, που άφησε τον πληγωμένο και συνέχισε το δρόμο του, μια που ο κόσμος είναι γεμάτο πληγωμένους.

Αυτή είναι η θέση που υποστηρίζει στη Βιριδιάνα του ο Μπονουέλ. Δείχνει στο πρώτο πλάνο κάποιον που περιθάλπει ένα πληγωμένο σκύλο. Και κάποιον άλλον που σώζει μια μέλισσα απ΄ τον πνιγμό. Και στα άλλα πλάνα δείχνει τη ματαιότητα της σωτηρίας των πλασμάτων που κινδυνεύουν δίπλα μας. Δείχνει ότι αμέτρητες αισθανόμενες υπάρξεις μένουν αβοήθητες. Αφού λοιπόν δεν μπορώ να σώσω όλους τους πληγωμένους της γης, δεν σώζω και αυτόν που μπορώ.