Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Η σύνθεση των συνόδων

Τού σεβ. μητρ. Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

Το ουσιώδες συμπέρασμα της μελέτης αυτής είναι ότι η επισκοπική σύνθεση των συνόδων είναι ιστορικά και εκκλησιολογικά η μόνη ορθή. Στις προηγούμενες παραγράφους, οι σχετικές πηγές αναλύθηκαν διεξοδικά. Χωρίς να αποκλείεται η συμμετοχή στις συνόδους και μη Επισκόπων, κληρικών ή και λαϊκών, ως συμβούλων, η αποφασιστική ψήφος ανήκει μόνο στους Επισκόπους.

Ο βαθύτερος εκκλησιολογικός λόγος αυτής της σύνθεσης πρέπει να αναζητηθεί στην έννοια της τοπικής Εκκλησίας, επειδή αυτή αποτελεί ένα σώμα. Στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία, η οποία παραμένει απολύτως πιστή στην αρχαία Εκκλησία, οι πιστοί, λαϊκοί ή κληρικοί, μόνο ως μέλη μιας τοπικής Εκκλησίας μπορούν να έχουν άμεση σχέση με την ενότητα της Εκκλησίας, ποτέ ως άτομα. Κατά συνέπεια, οι σύνοδοι από εκκλησιολογική άποψη είναι συνελεύσεις Εκκλησιών, δηλαδή ενότητες κατηρτισμένες ήδη και όχι «διυλισμένες» -κατά μία έκφραση του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας- και διαιρεμένες. Οι τοπικές Εκκλησίες, συνεπώς, μετέχουν στις συνόδους ως ενιαίο όλο «εν ενί στόματι και μία καρδία», όπως η ευχαριστιακή ενότητα απαιτεί. Ο Επίσκοπος είναι το ένα στόμα της Εκκλησίας του, όχι όπως αυτό γίνεται αντιληπτό στην περίπτωση της δημοκρατικής εκπροσώπησης. Ο Επίσκοπος είναι το ένα στόμα της Εκκλησίας του επειδή αυτός, ως εικόνα τού Χριστού, μεταφέρει την ευλογία και την εξουσία του Κυρίου στον λαό, τον οποίο, ως προεστώς της Ευχαριστίας, συνάπτει σε ένα σώμα. Εάν, συνεπώς, δεν δεχθούμε την επισκοπική σύνθεση των συνόδων, θα καταλήξουμε στον «αποδιϋλισμόν» της τοπικής Εκκλησίας, που σημαίνει ότι δεν τής αναγνωρίζουμε τη δυνατότητα να κοινωνεί με τις λοιπές Εκκλησίες ως ενιαία και αδιάσπαστη ενότητα, όπως δηλαδή τη θέλει ο Θεός και την προϋποθέτει η ορθή έννοια της Εκκλησίας.

Ο βαθύτερος και ουσιαστικότατος λόγος για τον οποίο πρέπει η σύνθεση τών συνόδων να είναι επισκοπική έχει σχεδόν λησμονηθεί υπό την επίδραση μεσαιωνικών αντιλήψεων της δυτικής Σχολαστικής θεολογίας, οι οποίες μετατόπισαν σε άλλη σφαίρα την σημασία του επισκοπικού λειτουργήματος. Σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, θεωρείται ότι ο Επίσκοπος δια της χειροτονίας του έλαβε διοικητική εξουσία (potestas). Η εξουσία αυτή του δόθηκε δια της επιθέσεως των χειρών άλλων Επισκόπων, οι οποίοι είχαν συνδεθεί και αυτοί με τον ίδιο τρόπο με τους Αποστόλους, διατηρώντας την Αποστολική διαδοχή. Έτσι, για να είναι Επίσκοπος, δεν χρειαζόταν να συνδεθεί κατά την χειροτονία του με κάποια Εκκλησία, αρκούσε το ότι η Αποστολική διαδοχή παρέμενε συνεχής.

Πιστή στην αντίληψη αυτή η Ρωμαιοκαθολική θεολογία υποστήριξε χωρίς δυσκολία ότι οι Επίσκοποι με τη χειροτονία τους «μπολιάζονται» στο «σώμα των Επισκόπων» και «Αποστόλων» γενικά πριν ακόμη αποκτήσουν την εξουσία να ποιμάνουν συγκεκριμένη επισκοπή. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα να διοικήσει κανείς μια επισκοπή, παραχωρείται από τον Πάπα μετά την χειροτονία και δεν συμπίπτει με αυτήν.

Ο διαχωρισμός, βέβαια, αυτός είναι για την Ορθόδοξη θεολογία εντελώς αδιανόητος. Κατά την Ορθόδοξη λειτουργική πράξη, το Άγιο Πνεύμα καθιστά τον χειροτονούμενο Επίσκοπο μιας συγκεκριμένης Επισκοπής, τής οποίας το όνομα ρητά αναφέρεται στην ευχή της χειροτονίας, και όχι Επίσκοπο γενικά και αόριστα. Συνεπώς, πάγια θέση στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ότι δεν υπάρχει Επίσκοπος χωρίς επαρχία.

Στην Ορθόδοξη, λοιπόν, Εκκλησία δεν διαχωρίζεται το μυστηριακό από το διοικητικό στοιχείο της χειροτονίας των Επισκόπων. Όμως ο διαχωρισμός αυτός παρεισέφρησε από δυτική επίδραση στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας με αποτέλεσμα να προκύψουν προβλήματα κανονικής φύσεως σχετικά με τις Συνόδους. Πολλές χειροτονίες Επισκόπων γίνονται, στα νεώτερα χρόνια, με τη σαφή προϋπόθεση ότι θα χειροτονηθούν, αλλά δεν θα τους ανατεθούν διοικητικά καθήκοντα. Υπάρχουν δύο κατηγορίες επισκοπικών χειροτονιών αυτού του είδους. Η μία είναι των «τιτουλαρίων» Επισκόπων και η άλλη των «βοηθών». Στην περίπτωση των «τιτουλαρίων», από την αρχή, ήδη από την εκλογή, ο χειροτονούμενος αποκλείεται από κάθε διοικητικό δικαίωμα. Για τους «βοηθούς» Επισκόπους, ισχύει κάτι πολύ χειρότερο: ο χειροτονούμενος όχι μόνο δε θα ασκεί διοίκηση, αλλά θα υποταγεί στη διοικητική εξουσία άλλου Επισκόπου. Είναι σαφές ότι και στις δύο περιπτώσεις από την αρχή η Εκκλησία ενσυνείδητα αποφάσισε να αποσυνδέσει το μυστηριακό από το διοικητικό στοιχείο της χειροτονίας. Αν λοιπόν, καλούσε τους Επισκόπους αυτούς να γίνουν μέλη συνόδου, η οποία εξ ορισμού ασκεί διοίκηση, θα φαινόταν ότι επιχειρεί εκ των υστέρων να συνδέσει ξανά τα δύο αυτά στοιχεία, πράγμα τουλάχιστον αντιφατικό.

Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία η Εκκλησία θεωρεί τον χειροτονούμενο Επίσκοπο ως εν ενεργεία, αλλά μη δυνάμενο, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση της Εκκλησίας, όπως είναι υφιστάμενες ιστορικές συνθήκες, να αναλάβει τη διοίκηση της Επισκοπής του. Ο Επίσκοπος αυτός δεν αποσυνδέεται από την τοπική του Εκκλησία, κατά την πρόθεση της Εκκλησίας, και μπορεί να ασκεί διοίκηση, συμμετέχοντας στη σύνοδο της περιοχής του κλίματος, στο οποίο ανήκει η επαρχία του.

Απομένει να εξεταστεί το αν όλοι οι εν ενεργεία Επίσκοποι πρέπει να μετέχουν στις συνόδους της περιοχής τους. Η απάντηση, όπως προκύπτει από την μελέτη των πηγών, είναι σαφώς καταφατική. Διαφορετικά, ο τυχόν αποκλεισθείς Επίσκοπος θα είχε χωρίς άλλο το δικαίωμα να αρνηθεί την αυθεντία και το κύρος της συνόδου και των αποφάσεών της. Τουλάχιστον για την επαρχία του. Στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία δεν υπάρχει χώρος νομικού καταναγκασμού. Εκτός αυτού, οι σύνοδοι, όπως και προηγουμένους τονίστηκε, εκφράζουν την ελεύθερη κοινωνία των Εκκλησιών και από αυτή αντλούν την αυθεντία τους.

Πηγή: Περιοδικό Θεολογία Τόμος Νο 80. Τεύχος 2ο: Απρίλιος - Ιούνιος 2009.

oodegr.co

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου