Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Τύπος και ουσία

Αρχίζει αύριο, η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου. Είναι οι δυο νηστείες, της Μεταμορφώσεως η πρώτη και της Παναγίας η δεύτερη, που εδώ και αιώνες έχουν ενωθεί, τόσο πρακτικά όσο και στη συνείδηση του λαού σε μια ενότητα, θεωρητικά όμως πρόκειται για δύο νηστείες. Η πρώτη αρχίζει την 1η και τελειώνει την 5η Αυγούστου, και η δεύτερη αρχίζει στις 7 και τελειώνει στις 14 Αυγούστου.

Στο άκουσμα της νηστείας οι αντιδράσεις πολλών που απηχούν στο σημείο αυτό τη ζωντανή πραγματικότητα των πιστών μας, είναι διαμετρικά αντίθετες. Πολλοί θα πουν: «Δυστυχώς ο σημερινός άνθρωπος έχει ξεχάσει τη νηστεία, δεν την τηρεί πια. Οι άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί από το δρόμο του Θεού». Άλλοι αντιθέτως θα σκεφθούν αμέσως: «Τί χρειάζεται η νηστεία; Εδώ δεν τηρούμε άλλα, ουσιώδη πράγματα, η νηστεία είναι το πρόβλημά μας;» Ίσως υπάρξει και μια τρίτη άποψη: «Καλή η νηστεία, δεν λέει κανείς, αλλά δεν πρέπει να πιστεύομε ότι ο Θεός ενδιαφέρεται για το τι θα φάμε. Αυτό που ζητά ο Θεός είναι αγάπη και νηστεία από τις αμαρτίες μας». Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε και την πράξη των υποστηρικτών των διαφόρων απόψεων, τότε θα μπερδεύονταν ακόμη περισσότερο τα πράγματα, γιατί η θεωρία δεν συμβαδίζει, όπως ξέρομε από την πείρα μας, πάντα με την πράξη.

Το θέμα μας όμως δεν είναι η νηστεία. Είναι η αντιπαράθεση τύπου και ουσίας, που είδαμε με το παράδειγμα της νηστείας. Ό,τι συμβαίνει με τη νηστεία, συμβαίνει σχεδόν με κάθε πτυχή του χριστιανισμού. Πάντα χωρίζονται σε παρατάξεις οι άνθρωποι, θεωρητικά και πρακτικά. Έτσι γίνεται με τον εκκλησιασμό.

Έτσι γίνεται ακόμη και με τα βασικά χριστιανικά μυστήρια, τη θεία Ευχαριστία και την Εξομολόγηση, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα πλήθος από παραδείγματα, αλλά δεν είναι απαραίτητο, γιατί όλοι ξέρουμε από πείρα το πρόβλημα.

Βασικά υποστηρίχθηκαν στο πέρασμα του χρόνου δυο απόψεις για τη σχέση τύπου και ουσίας. Πολλοί θεολόγοι και πιστοί υποστήριξαν ότι ο τύπος δεν έχει καμιά θεωρητική ή πρακτική αξία. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν πολλοί από τους αρχαίους αιρετικούς, που δεν δέχθηκαν κανένα τύπο ως αναγκαίο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Πολλοί από αυτούς έφθασαν στο σημείο να απορρίπτουν και τα βασικά μυστήρια, όπως το βάπτισμα. Φυσικά πολύ πιό εύκολα απέρριψαν τις εκκλησίες, τα άμφια και την ύπαρξη κληρικών γενικότερα, τις διάφορες τελετές. Μερικοί έφθασαν στο σημείο να αντιτίθενται και στην εξωτερική διάκριση των δύο φύλων. Χωρίς να φθάνουν σ’ αυτές τις ακρότητες, τους τύπους περιόρισαν και οι προτεστάντες στα νεώτερα χρόνια, κυρίως αμέσως μετά τη Μεταρρύθμιση. Και γι’ αυτούς οι τύποι δεν έχουν αξία, αν δεν εκφράζουν την αναγκαία ουσία, που δεν είναι άλλη από τη σώζουσα πίστη για τους προτεστάντες. Έτσι οι πρώτοι προτεστάντες πάνω στο ζήλο τους για το καινούριο δόγμα, έσπευσαν να καταργήσουν τα άμφια, τις εικόνες, τις νηστείες και τις τελετές, τη διακόσμηση των ναών και ό,τι άλλο νόμισαν απλό τύπο. Το πόσο κράτησε βέβαια στη πράξη αυτή η άποψη είναι άλλο ζήτημα. Τελικά η έμφυτη στον άνθρωπο τάση να τυποποιεί την πίστη του, οδήγησε τον προτεσταντισμό στη δημιουργία ένας νέου τυπικού, μιας νέας σειράς τύπων, που διαφέρουν από τους παλιούς μόνο στα εξωτερικά σημεία. Ωστόσο η θεωρία εξακολουθεί να ισχύει, και σε προτεσταντικές εκκλησίες που βρίσκονται μέσα σε καθολικό ή ορθόδοξο περιβάλλον εξακολουθεί να ισχύει και πρακτικά, μέχρις ένα βαθμό τουλάχιστον.

Στους αντίποδες αυτής της τάσεως που απορρίπτει τον τύπο, βρίσκονται όσοι θεωρητικά και πρακτικά υποστηρίζουν την προσκόλληση στους τύπους ως αναγκαία για τη σωτηρία και γενικότερα την πνευματική ζωή των πιοτών. Εδώ δεν θα βρούμε θεολόγους, αλλά θεολογούντες πιστούς, κληρικούς και λαϊκούς, που αρνούνται να ξεχωρίσουν τύπο και ουσία. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να χωρίσουν την έκφραση ενός πράγματος ή μιας αλήθειας από το ίδιο το πράγμα ή την ίδια την αλήθεια. Άνθρωποι ζηλωτές τις περισσότερες φορές βλέπουν παγίδες του σατανά σε κάθε αλλαγή των εξωτερικών γνωρισμάτων της πίστεως. Έτσι στην αρχαία Εκκλησία έχουμε ολόκληρο σχίσμα με αφορμή την αλλαγή της ημερομηνίας του Πάσχα. Στα νεώτερα χρόνια η ελληνική Εκκλησία ταλαιπωρήθηκε επί δεκαετίες από το ανάλογο πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την εισαγωγή του νέου ημερολογίου. Τελευταία μάλιστα, με την αλλαγή της ώρας κατά τους θερινούς μήνες παρουσιάστηκαν και παλαιο-ωρολογίτες, πιστοί που αρνούνται να αλλάξουν ακόμη και την ώρα. Σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους που θεωρητικά και πρακτικά προσκολλιούνται στους τύπους, πρέπει να αναγνωρίσουμε μια καλή πρόθεση. Δεν αδιαφορούν για την ουσία, αλλά και δεν μπορούν να την ξεχωρίσουν από τον τύπο. Οι αιτίες είναι πολλές και διάφορες. Συνήθως υπάρχει μια άγνοια, ηθελημένη ή όχι δεν έχει σημασία, γύρω από τα ιστορικά περιστατικά που γέννησαν τους τύπους. Κοντά στην άγνοια της ιστορίας μπαίνει στη μέση πολλές φορές και μία φοβία για κάθε αλλαγή στη ζωή τους, άσχετο σε ποιόν τομέα θα σημειωθεί. Έτσι δημιουργείται μια απέχθεια για κάθε τι το νέο και μια ταυτόχρονη προσκόλληση στη σιγουριά του παλιού. Το αποτέλεσμα είναι η προσκόλληση στα καθιερωμένα μέχρι και των τελευταίων λεπτομερειών.

Οι δυο τάσεις που αναφέραμε είναι βέβαια τα ακραία παραδείγματα της εκκλησιαστικής ιστορίας. Είναι οι άνθρωποι που τελικά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ξέφυγαν από τα γενικώς αποδεκτά και δημιούργησαν δικές τους εκκλησίες. Δεν θα είχε πρακτικά κανένα νόημα να ασχοληθούμε με τις περιπτώσεις αυτές, γιατί δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια διαλόγου. Η συζήτηση μας απευθύνεται όχι σ’ αυτούς, αλλά σ’ όσους βρίσκονται μέσα στην Εκκλησία και δεν έχουν σαφή και ξεκαθαρισμένη άποψη για το θέμα.

Μια λύση μπορεί να δώσει στο πρόβλημα καθένας μόνος του, με τη βοήθεια και τη συμπαράσταση του πνευματικού του φυσικά. Αυτό δεν πρέπει να το λησμονούμε. Μόνον ο πνευματικός που ξέρει την πνευματική κατάστασή μας, που γνωρίζει την πνευματική δύναμή μας και τις αδυναμίες μας, μόνον αυτός μπορεί και πρέπει να μας δώσει την τελική λύση. Έτσι όσα θα πούμε στη συνέχεια δεν έχουν το νόημα να υποκαταστήσουν τον πνευματικό, αλλά να θυμίσουν μερικές γενικές αρχές της χριστιανικής πίστεως, σχετικές με το θέμα “τύπος και ουσία” στη χριστιανική ζωή.

Θεολογικά, θεωρητικά το θέμα παρουσιάζεται ως εξής. Κριτήριο για την εμμονή στον τύπο ή για την ελαστικότερη αντιμετώπισή του είναι η οικοδομή της Εκκλησίας. Αν η άκαμπτη εμμονή στον τύπο προξενεί σχίσμα στην Εκκλησία, τότε ο τύπος δεν είναι πια έκφραση της αγάπης, αλλά μέσο για την απομάκρυνση από το σωστό δρόμο. Σε μια τέτοια περίπτωση ο πιστός που βάζει ως κριτήριο έναν οποιοδήποτε τύπο για την πορεία του μέσα στην Εκκλησία, σφάλλει και βρίσκεται σ’ επικίνδυνο δρόμο. Και είναι επικίνδυνος ο δρόμος, γιατί καταργεί την ενότητα της Εκκλησίας και καταλύει την ιεραρχική δομή της, αφού πρακτικά κάθε πιστός αποφασίζει ο ίδιος για την αναγκαιότητα αυτού ή εκείνου του σημείου.

Πέρα από αυτό το σημείο, και στη συνέχειά του δεύτερο κριτήριο είναι η σωτηρία του αδελφού, «δι’ ον Χριστός απέθανε». Σε μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται ο Απ. Παύλος στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους. Την αφορμή έδωσε η διαμάχη γύρω από τη νηστεία. Οι πιό συντηρητικοί επέκριναν όσους δε νήστευαν. Οι πιό φιλελεύθεροι θεωρούσαν τη νηστεία ως ένα τύπο χωρίς βαθύτερο νόημα και περιφρονούσαν τους άλλους. Ο Παύλος τονίζει ότι δεν είναι η τήρηση ή η μη τήρηση του τύπου, της νηστείας εν προκει­μένω, που σώζει τον άνθρωπο. Σοβαρότερο και αποφασιστικότερο είναι το θέμα της σωστής στάσεως απέναντι στους αδελφούς. Αντί για κατάκριση ή περιφρόνηση, ορθότερο θα ήταν να θυμούνται και οι δυο παρατάξεις ότι και όσοι έχουν διαφορετική γνώμη για το επίμαχο θέμα είναι και αυτοί αδελφοί για τους οποίους σταυρώθηκε και απέθανε ο Χριστός. Κι αυτό σημαίνει πρακτικά ότι κριτήριο για τη στάση μας δεν είναι οι τύποι, οι οποιοιδήποτε τύποι, αλλά οι αδελφοί, αυτοί που έχουν άλλη άποψη από τη δική μας.

Φυσικά αυτό το τελευταίο δεν πρέπει να οδηγήσει σε μια υποκριτική στάση σε θέματα που έχουμε διαφορετική άποψη. Δεν θα υποκριθούμε λ.χ. πως νηστεύομε για να κάνομε το χατίρι αυτών που νηστεύουν. Κάτι παρόμοιο δεν θα ήταν χριστιανικό ούτε δείγμα αγάπης. Αγάπη σημαίνει να κάνουμε μια θυσία, με τη θέλησή μας, χωρίς ενδοιασμούς. Αυτό λέει ο Απόστολος και αυτό είναι χριστιανική στάση στο θέμα.

Για να δούμε όμως και την κάπως πιό πρακτική πλευρά του ζητήματος. Δεν υπάρχει σε καμιά εκδήλωση της ζωής μας τύπος χωρίς ουσία. Πάντα στο βάθος κρύβεται κάποια πίστη για την αξία του τύπου για τη ζωή μας. Στην περίπτωση των θρησκευτικών τύπων, αν αναζητήσουμε την ουσία, μπορούμε να την βρούμε εύκολα. Αν δεν το κάνουμε και αν απορρίπταμε τον τύπο, είναι συνήθως γιατί η ουσία απαιτεί θυσίες. Έτσι συμβαίνει και με τη νηστεία, έτσι συμβαίνει και με πολλούς άλλους τύπους. Βιαζόμαστε να τα χαρακτηρίσουμε ως τύπους, για να μη χαλάσουμε την ησυχία μας. Το ίδιο δεν υπάρχει ουσία χωρίς κάποιο τύπο που την εκφράζει, Όσοι μιλούν για ουσία χωρίς τύπο, έχουν πρακτικά καταργήσει πιό πριν την ουσία από την καθημερινή πρακτική τους, γιατί απαιτεί —τί άλλο;— θυσίες από τον άνθρωπο. Σε τελευταία ανάλυση το όλο θέμα είναι πόσο πρόθυμος είναι ο άνθρωπος να αναλάβει το σταυρό του Χριστού, θυσιάζοντας τον εγωισμό του. Εδώ είναι το κέντρο του προβλήματος.

Σ’ ένα παλιό ελληνολατινικό χειρόγραφο της Κ. Διαθήκης σώζεται στο Ευαγγέλιο του Λουκά ένα λόγιο του Χριστού, που δεν υπάρχει στις σημερινές έντυπες εκδόσεις: «Ο Ιησούς είδε κάποιον που εργαζόταν το Σάββατο και του είπε· «Άνθρωπέ μου, αν ξέρεις τι κάνεις, είσαι μακάριος. Αν όμως δεν ξέρεις τι κάνεις, είσαι καταραμένος, γιατί παραβαίνεις τον Νόμο». Αν η παράβαση του τύπου, της αργίας δηλ. του Σαββάτου, προέρχεται από μια ελεύθερη και ώριμη θρησκευτική συνείδηση, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν όμως η πράξη είναι αποτέλεσμα άγνοιας και περιφρονήσεως του θείου Νόμου, τότε πρόκειται για αμαρτία. Αυτό ισχύει για όλους τους τύπους.

(Β. Π. Σστογιάννος, «Η Εκκλησία στην Ιστορία και το παρόν». Εκδ. Π. Πουρναρά –Θεσ/νίκη)

fdathanasiou.wordpress.com

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου